🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συνεταιριστικοποίηση
συνεταιριστικοποίηση
η
кооперирование
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
кооперирование
? —
συνεταιριστικοποίηση
как с
(ново)греческого
переводится слово
συνεταιριστικοποίηση
? — кооперирование
#
(ново)греческий словарь
—
περιπαιχτικός
—
κατβαρχίδης
—
απαξιωτικός
—
μαυροβουσκιά
—
κρυφομίλητό
—
παρεκτρέπομαι
—
γελαστά
—
γαλβανοστεγία
—
ξεμοντάρω
—
υδροπωλητής
—
αρχαιότροπος
—
απόβαση
—
δυϊσμός
—
συκαλίς
—
ξανακινώ
—
στίλβών
—
διεκθλίβω
—
δυσάλωτος
—
λατόπισσα
—
αμμουδερό
—
εισέφρησα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω