🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αμμωνία
αμμωνία
η 1) хим.
аммиак
;
2)
нашатырный спирт
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
аммиак
? —
αμμωνία
как на
(ново)греческом
будет слово
нашатырный спирт
? —
αμμωνία
как с
(ново)греческого
переводится слово
αμμωνία
? — аммиак, нашатырный спирт
#
(ново)греческий словарь
—
παράμεσος
—
ανθοβόληση
—
χασμάς
—
διακλήρωσις
—
ελευθερώνομαι
—
ανθοφόρος
—
αζύγιαστος
—
αντώνυμος
—
επανείδον
—
ιταλομαθής
—
κοσμητικόν
—
υπερασπιστικός
—
ένδακρυς
—
μακροχρόνιος
—
χαϊδολόγημα
—
εξαπατώ
—
λουκανικόσουπα
—
γλυκοθωρω
—
θέσμια
—
ακόνημα
—
νεροποντή
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω