🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μεθοκόπημα
μεθοκόπημα
το
пьянство
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пьянство
? —
μεθοκόπημα
как с
(ново)греческого
переводится слово
μεθοκόπημα
? — пьянство
#
(ново)греческий словарь
—
κυματώδης
—
αιμορροώ
—
αλλαγή
—
κεφαλικός
—
θεόρεστος
—
γουβιάζω
—
βωλοκοπω
—
αποξεκάνω
—
ακτινοδιαγνωστικός
—
μαζώχτρα
—
διασφήνωσις
—
μητρομανία
—
ψωροφθαλμία
—
παραθεριστικός
—
σαραβόλιασμα
—
κεφαλομάντιλο
—
καρπιαίος
—
επιτελάρχης
—
δισκάρι(ον)
—
ασβέστης
—
λαγοπόδαρος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω