🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
προσωποληψία
προσωποληψία
η
пристрастие; лицеприятие
(уст.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пристрастие
? —
προσωποληψία
как на
(ново)греческом
будет слово
лицеприятие
? —
προσωποληψία
как с
(ново)греческого
переводится слово
προσωποληψία
? — пристрастие, лицеприятие
#
(ново)греческий словарь
—
πτερνιστήρας
—
αέτωμα
—
βάστα
—
χρεμετίζω
—
γλειψιά
—
κολλεκτιβισμός
—
αεροπόρος
—
παιδοκομώ
—
διπλοχέρης
—
φτωχόμυαλος
—
τσιμεντάρισμα
—
τοπάζι
—
υποσημειώνομαι
—
ρεαλίστρια
—
προσόρμιση
—
πολυαγαπημένος
—
βουτάω
—
εξερεθίζω
—
φλαμανδικός
—
τηγανιά
—
ακαρτέρευτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω