🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λυκιδεύς
λυκιδεύς
(-έως) ο
волчонок
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
волчонок
? —
λυκιδεύς
как с
(ново)греческого
переводится слово
λυκιδεύς
? — волчонок
#
(ново)греческий словарь
—
ξασκημίζω
—
κωλαράκι
—
κακογεννήτρα
—
ξεθεμελιωτής
—
δεκασμός
—
αποχτηνώνω
—
μαλλιαρός
—
πιστοποιητικό
—
πελτές
—
ευθεράπεύτος
—
συνυπάρχω
—
καμηλήσιος
—
λεπτομέρεια
—
σπάτουλα
—
ελαιουργός
—
αποδόμηση
—
εξάπτω
—
προδότρια
—
ξεφυλλίζω
—
αλκάλωση
—
ελατόξυλο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω