🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ιταλιωτικός
ιταλιωτικός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ιταλιωτικός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
κλωστοβιομηχανία
—
κάτουρλο
—
πεντασύλλαβος
—
διπλοφουρνιστός
—
υπερκείμενο
—
ψεύδος
—
ξεχαρβόλωμα
—
απροσχημάτιστος
—
υπόδειγμα
—
σκοπευτήριο
—
μυαλουδάκι
—
ανατολίστρια
—
κουφόνοια
—
κρίτρα
—
καπνό
—
ανιδιοτελής
—
ισχυροποιώ
—
σαββατιάτικα
—
θηριοτρόφος
—
ενοίκησις
—
αττικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω