🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αισθητήριο
αισθητήριο
τα
органы чувств
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
органы чувств
? —
αισθητήριο
как с
(ново)греческого
переводится слово
αισθητήριο
? — органы чувств
#
(ново)греческий словарь
—
αδύνατος
—
γερνώ
—
λόξα
—
μουδιασμένος
—
δικτατορία
—
ακουμπώ
—
μωρουδίστικος
—
ταυράκι
—
ταχυρόλο
—
ψωρικός
—
φθονερός
—
καψουρεύομαι
—
συσφιγκτήρας
—
αστέφανος
—
φευκτέος
—
πλημμορίζω
—
διπλωματική
—
σελεμιίζω
—
εξερεονητικός
—
κατσούφικα
—
παλαιοντολόγος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω