🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γκαβώνω
γκαβώνω
1)
делать косым
;
2)
ослеплять
(тж. перен. - красотой)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
делать косым
? —
γκαβώνω
как на
(ново)греческом
будет слово
ослеплять
? —
γκαβώνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
γκαβώνω
? — делать косым, ослеплять
#
(ново)греческий словарь
—
μεγαλοπρεπής
—
Κατοχή
—
αχόρευτος
—
κρατύνω
—
κιβωτιοποιός
—
αχρύσωτος
—
σκοτώνομαι
—
κλοτσιά
—
λυκόστομα
—
προσέρχομαι
—
μεγαλοφάνταστος
—
θρούβαλο
—
σώμα
—
ακαταλληλότητα
—
αντιπαρασιτικός
—
δισκάδικο
—
ανοσοποίηση
—
μεταμισθώ
—
έπεσα
—
μελετητικός
—
ξευτιλίζομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω