🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ζούπηγμα
ζούπηγμα
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ζούπηγμα
? —
#
(ново)греческий словарь
—
μανδαρινάτο
—
τυχών
—
υστεροχρονολογώ
—
σπιρουνίζω
—
διαλαλίζω
—
κορδέλλα
—
ακαταπράντος
—
καλοναρχώ
—
παμψυχισμός
—
αγγελικό
—
ανδρών
—
συνταιριαστός
—
ακαπλάντιστος
—
φουκαράς
—
στρωματάδικο
—
αναντιπροσώπευτος
—
μακιγιάρομαι
—
αμφιβληστροειδίτιδα
—
περιτυλίγω
—
βαθιονόητος
—
αυτοανάπτυξη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω