🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αλεφάντης
αλεφάντης
ο
слуховое окно
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
слуховое окно
? —
αλεφάντης
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλεφάντης
? — слуховое окно
#
(ново)греческий словарь
—
μεσοφωνηεντικός
—
στουρναρόπετρα
—
οικουμενικός
—
επισκοπεία
—
δίφραγκο
—
νεφρός
—
λιθόβλητος
—
αταλάντευτος
—
αρμεξιά
—
αλμευση
—
εναλλακτήρας
—
εμβρυοκτόνος
—
εκφυσώ
—
ενδομητρίτις
—
εστιατόριο
—
αλκάλωσις
—
μελανιασμένος
—
καινότροπος
—
ηωζωϊκός
—
αλογονίδια
—
διχογνωμώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω