🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
περιστασιακός
περιστασιακός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
περιστασιακός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
εικονόμετρο
—
ίδρωμα
—
κρότων
—
παλαίβω
—
αγγλοθρεμμένος
—
καρδάρα
—
μαυρομάνικος
—
κλωσμός
—
σκηνοθετώ
—
ισοφαρίζομαι
—
αρκουδόπουλο
—
πρόδηλος
—
κατσαβίδι
—
αποκρισιάρης
—
διαμέτρημα
—
ξέστρα
—
άξαφνο
—
νοικοκύρης
—
προρρηθείς
—
ασύμπλεκτος
—
στρατιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω