🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δαιμονοπαθής
δαιμονοπαθ|ής
мед.
страдающий демономанией
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
страдающий демономанией
? —
δαιμονοπαθής
как с
(ново)греческого
переводится слово
δαιμονοπαθής
? — страдающий демономанией
#
(ново)греческий словарь
—
ψαραίνω
—
ξεγέλασμα
—
αδιαχώρητο
—
ευδιαλυτότης
—
αγενής
—
γδύσιμο
—
ισχυρώς
—
σωματεμπορία
—
οπωροπώλης
—
μαχαίρωμα
—
δοντιάζω
—
τυρόπηγμα
—
βαττολόγος
—
λυσσάζω
—
ανυπόφερτος
—
πεντικιούρ
—
οπτασιάζομαι
—
εκκρουστήρας
—
μέλαν
—
γαλακτοκομικός
—
ευφάνταστος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω