🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ντουφέκισμα
ντουφέκισμα
το
расстрел
;
καταδικάζω σέ ~ο — приговорить к расстрелу
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
расстрел
? —
ντουφέκισμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
ντουφέκισμα
? — расстрел
#
(ново)греческий словарь
—
εκραζίτις
—
βελουδένιος
—
καταχρώμαι
—
σκορπισμένος
—
όμφαξ
—
αυθεντικότητα
—
αραιός
—
γλινιασμένος
—
γιορντανάτος
—
διαφορητικός
—
φλοκκιάζω
—
εδώ
—
κότσος
—
προεκροή
—
εκλόγιμος
—
ματαράς
—
απονοικοκερά
—
ακτινοδιαγνωστικός
—
θρονιάζω
—
ξεπουλημένος
—
χαλβαδόπιτα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω