🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μουθουνητό
μουθουνητό
το 1)
сопение
;
2)
гнусавость
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сопение
? —
μουθουνητό
как на
(ново)греческом
будет слово
гнусавость
? —
μουθουνητό
как с
(ново)греческого
переводится слово
μουθουνητό
? — сопение, гнусавость
#
(ново)греческий словарь
—
βάσανος
—
χώρα
—
φούρια
—
εβδομηντάρης
—
στραπατσάρισμα
—
γυναικούλα
—
επιστύλιον
—
φαραδισμός
—
μειοδότης
—
εγγύθεν
—
βουβαίνω
—
αισθαντικός
—
γοργάδα
—
σημαδεμένος
—
σοβατίζω
—
άπω
—
μήνας
—
πιστοχρεώνω
—
εθνικοσοσιαλιστικά
—
πισωγυρίζω
—
αποκωδικοποιώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω