🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αγιορείτης
αγιορείτης
ο
афонский монах
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
афонский монах
? —
αγιορείτης
как с
(ново)греческого
переводится слово
αγιορείτης
? — афонский монах
#
(ново)греческий словарь
—
τελεία
—
εκκλίνω
—
συνεορτασμός
—
μάζωξη
—
σαρκοκάρπιο
—
ζενιθιακός
—
ετερόγονος
—
σπάρτο
—
κίνα
—
επικαλυπτήριος
—
πονοκεφάλιασμα
—
αλληλοσφαγία
—
γαϊδουροκαθίζω
—
γλυκατζης
—
κανορινύ
—
φτωχεύω
—
δυσλεξία
—
ξεροφαγία
—
σιγοντάρω
—
μπαλαδόρος
—
ρεκλαματζής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω