🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μάρκο
μάρκο
το
марка
(денежная единица Германии)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
марка
? —
μάρκο
как с
(ново)греческого
переводится слово
μάρκο
? — марка
#
(ново)греческий словарь
—
πρωτόπαθος
—
θεονήστικος
—
επιστημονικά
—
εντολοδότρια
—
διαφυλαγμένος
—
επικεφαλίδα
—
αυγουστίνος
—
αλείφω
—
εξάεδρον
—
μαρμιτόνι
—
αναγάλλιασμα
—
βιλαέτι
—
ψευδάνθρακας
—
αποκοίμισμα
—
επιζήτηση
—
ασκίαστος
—
ευγένεια
—
κασονάκι
—
λεβέντικα
—
ταριχευτικός
—
υπαμοιβή
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω