🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
επιλύω
επιλύω
решать, разрешать
;
===
~ πρόβλημα (αίνιγμα) — решать проблему (загадку)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
решать
? —
επιλύω
как на
(ново)греческом
будет слово
разрешать
? —
επιλύω
как с
(ново)греческого
переводится слово
επιλύω
? — решать, разрешать
#
(ново)греческий словарь
—
αποσιώπηση
—
κοκεταρίζομαι
—
καυτηρίαση
—
αποκρισάτορας
—
γεωλογία
—
λαγοβυζάστρα
—
στείρωση
—
αχτιδοβολώ
—
λούμακας
—
ιπποδρομικός
—
παράγων
—
κοπρόστομος
—
τζαμί
—
αποτεφρωτήριο
—
σκοινάκι
—
αργυραμοιβείο
—
μετατρέψιμος
—
κλουβιαίνομαι
—
ξενοπλένω
—
νησί
—
σπινθηρογράφημα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω