🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εκατοχρονίτης
εκατοχρονίτης
ο
столетний старик
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
столетний старик
? —
εκατοχρονίτης
как с
(ново)греческого
переводится слово
εκατοχρονίτης
? — столетний старик
#
(ново)греческий словарь
—
αποκαθηλώνω
—
ετοιμάζομαι
—
βυθοσκόπηση
—
ακαλπονόθευτος
—
χοντρόμουτρο
—
χειλικόληκτος
—
Τυρινή
—
ειλικρίνεια
—
γλιγουδιάρης
—
ωρολογοποιείο
—
ανάλλαχτος
—
νομεύς
—
σαμαράκι
—
μπουγάδα
—
γυναίκειος
—
ακήρωτος
—
κοκέτικος
—
εξορμητικός
—
νεοναζί
—
βούνευρον
—
στολίδωση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω