🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καταιόνηση
καταιόνηση
(-εως) η 1)
душ
;
2) перен.
холодный душ
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
душ
? —
καταιόνηση
как на
(ново)греческом
будет слово
холодный душ
? —
καταιόνηση
как с
(ново)греческого
переводится слово
καταιόνηση
? — душ, холодный душ
#
(ново)греческий словарь
—
κρεμάλα
—
ραφτοπούλα
—
φί
—
αρχιχρονιάτικος
—
αψαλιδιστός
—
λουφάζω
—
αδιοχέτεοτος
—
ανάχωμα
—
επιδίωξη
—
ασυμβούλευτος
—
Αγαθόφυλλο
—
μπασίστας
—
αραπόσυκο
—
παντρειά
—
γαϊδουροκυλίστρα
—
άφθιτος
—
δούλευμα
—
συνασφαλίζομαι
—
αστροποίκιλτος
—
υπαναχωρώ
—
χέζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω