🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κοψομέσιασμα
κοψομέσιασμα
το действие по гл. κοψομεσιάζω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
κοψομέσιασμα
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αποδομώ
—
ατρομοκράτητος
—
κρανιολογία
—
γκαντέμω
—
φωτοτοπογραφία
—
βαμβακουργός
—
λιθοθραύστης
—
αγαρμπα
—
ακαταπίεστος
—
χοντροκομμένος
—
γροίκηση
—
γλυκοτρέμω
—
καραγκούναρος
—
ανάρμεγος
—
καλλιεργητικά
—
χαλίκι
—
βουτσί
—
τσοπάνισσα
—
ξεσκούφωτος
—
υπουργοποίηση
—
χρυσορρόας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω