🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μαμουρεύω
μαμουρεύω
батрачить
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
батрачить
? —
μαμουρεύω
как с
(ново)греческого
переводится слово
μαμουρεύω
? — батрачить
#
(ново)греческий словарь
—
δίλαβος
—
νομοτελεστικόν
—
υπερισχύω
—
μούγγα
—
αλαφροσύνη
—
ασπλαχνιά
—
ψιθύρισμα
—
διεξερευνώ
—
χρήστης
—
μπαγιατίλα
—
μαυλίζω
—
χρυσολαμπής
—
ρουμπινές
—
λαϊκίζω
—
δίφυλλος
—
λουχτούκισμα
—
αντινομιστής
—
αφιλοπατρία
—
σύγκραμα
—
προϊστορικός
—
ζούζουλο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω