🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συμμαχία
συμμαχία
η
союз
(единение);
σέ (или εν) ~ — в союзе
;
στρατιωτική ~ — военный союз
;
συνθήκη ~ς — союзный договор
;
εργατοαγροτική ~ — союз рабочего класса и крестьянства
;
συνάπτω ~ — заключать союз
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
союз
? —
συμμαχία
как с
(ново)греческого
переводится слово
συμμαχία
? — союз
#
(ново)греческий словарь
—
καρδιοδυναμική
—
φοιτητικός
—
ιοντόσφαιρα
—
αμμωνίτις
—
δυσλεξικός
—
μπεζεστένι
—
ρεζεδάς
—
γαλότσα
—
αδιάλυτα
—
ρογχάζω
—
εδωδιμοπωλείο
—
αμνησίθεος
—
αλευραποθήκη
—
εκλαμπτήρ
—
καταπινάρι
—
διπλοσκοπός
—
ξενοφερμένος
—
βγαλτό
—
μετανεωτερικότητα
—
άχριστο
—
αχερόμυαλος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω