🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αιτών
αιτών
(-ούντος) ο юр.
истец
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
истец
? —
αιτών
как с
(ново)греческого
переводится слово
αιτών
? — истец
#
(ново)греческий словарь
—
στεατοπυγία
—
αραβόφωνος
—
ενάλιος
—
γαλατομπούρεκο
—
πλειστάκις
—
κουτούλημα
—
ασύμβλητος
—
αρχιθησαυροφύλακας
—
υπομονετικός
—
αιθερόδρομος
—
εκκοκκιστικός
—
εύωνος
—
χοανοειδής
—
αγγελοκρούομαι
—
καναπές
—
μαλλιά
—
αστήριχτος
—
φωταγώγία
—
έιπα
—
απόμερο
—
γραμματοθήκη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω