🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αντιπυροβολώ
αντιπυροβολώ
(ε) μετ.
стрелять в ответ, отстреливаться
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
стрелять в ответ
? —
αντιπυροβολώ
как на
(ново)греческом
будет слово
отстреливаться
? —
αντιπυροβολώ
как с
(ново)греческого
переводится слово
αντιπυροβολώ
? — стрелять в ответ, отстреливаться
#
(ново)греческий словарь
—
αμετάδοτος
—
μυστικοπάθεια
—
δαιμονόπαιδο
—
περιπετειούλα
—
χαϊδιάρης
—
ετυμολογία
—
εισαγγελικός
—
χαλβατζήδικο
—
αβούλιαγος
—
σφούγγισμα
—
αεροδρόμιο
—
προσκλητήριος
—
κερασένιος
—
σημαντικότητα
—
απρομήθευτος
—
ελιγκας
—
αποκαθίδι
—
υπόβαθρο
—
αρτιγενής
—
αστέγνωτος
—
δάγκαμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω