🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γεννητουροποιητικός
γεννητουροποιητικός
анат.
мочеполовой
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мочеполовой
? —
γεννητουροποιητικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
γεννητουροποιητικός
? — мочеполовой
#
(ново)греческий словарь
—
αντιψέγω
—
φλογοβολώ
—
ζίκ-ζάκ
—
ρυτιδώδης
—
χαλβαδοποιείο
—
τοιχάκι
—
ψύχραιμος
—
αβοτάνιστος
—
μεταγλωττίζω
—
τσάρλεστον
—
σύλληψη
—
Γεωργιανή
—
εκζητώ
—
εύρος
—
μάμμος
—
κλώσσημα
—
μπουζουριάζω
—
ρετσέτα
—
αντικλίνω
—
φτηνός
—
αδιάδοτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω