🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αιμοδότης
αιμοδότης
ο
донор
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
донор
? —
αιμοδότης
как с
(ново)греческого
переводится слово
αιμοδότης
? — донор
#
(ново)греческий словарь
—
σταθεροθερμία
—
ευσυγκίνητος
—
χοιρίδιο
—
έξάπους
—
λεοπάρδαλη
—
σπουδάζω
—
ορκοπάτης
—
θαλαμηγός
—
αντικειμενιστής
—
δικονομικά
—
αλληλοβόρος
—
πληθωρισμός
—
λευκασμένος
—
ιδιόθερμος
—
λιπαρός
—
φίμωση
—
τζοβαϊρικά
—
περιλαβαίνω
—
μπιρμπιλωτός
—
λωλάδα
—
οπλιταγωγό
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω