🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ξελεπιάζω
ξελεπιάζω
очищать чешую, чистить
(рыбу)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
очищать чешую
? —
ξελεπιάζω
как на
(ново)греческом
будет слово
чистить
? —
ξελεπιάζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
ξελεπιάζω
? — очищать чешую, чистить
#
(ново)греческий словарь
—
διαιώνιση
—
διάναξη
—
παράλλαξις
—
πολυθεσίτισσα
—
μικροσκελής
—
αυτολυσία
—
προστυχόφαστα
—
παππούς
—
βοσκή
—
υαλουργικός
—
βούλωμα
—
μαγειρίτσα
—
καπελειό
—
δενδροκομία
—
ατρύγητος
—
αποθνήσκω
—
ηλακάτη
—
ακατούρητος
—
αντιεμετικό
—
ερωδιός
—
χτένισμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω