🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πλινθοποιός
πλινθοποιός
ο
рабочий кирпичного завода
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
рабочий кирпичного завода
? —
πλινθοποιός
как с
(ново)греческого
переводится слово
πλινθοποιός
? — рабочий кирпичного завода
#
(ново)греческий словарь
—
γλυκομουρμούρισμα
—
ανθρώπινος
—
αντικομμουνιστικός
—
ξάγναντο
—
γκρας
—
πλατύσωμος
—
δακτυλιδάς
—
μάραμα
—
φοιτητικός
—
ψέκασμα
—
συμβουλευτικός
—
βυθός
—
αραδιά
—
θεατρινισμός
—
ηλεκτροεγκεφαλογραφία
—
πρωϊνό
—
αποκλειστικότητα
—
σαρκαστικός
—
ποδηλατάς
—
αρνόδερμα
—
επταμηνιαίος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω