🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μπαλλόνι
μπαλλόνι
το 1)
баллон
;
2)
аэростат
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
баллон
? —
μπαλλόνι
как на
(ново)греческом
будет слово
аэростат
? —
μπαλλόνι
как с
(ново)греческого
переводится слово
μπαλλόνι
? — баллон, аэростат
#
(ново)греческий словарь
—
δομισμός
—
κατακλέφτω
—
αυτοκυριαρχώ
—
απρομήθευτα
—
διάγω
—
αφενάκιστος
—
χοντράνθρωπος
—
πλισσάροι
—
εισαγωγικός
—
πυριτιδοποιός
—
λαντουρίζω
—
απαλλαγμένος
—
νάφθα
—
μαντιλοδεμένος
—
επιτιμώ
—
ερώτηση
—
βουργάρικα
—
ασβέστης
—
σταλαγμένος
—
πρόστηση
—
ανεξανάγκαστος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω