🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εισηνέχθην
εισηνέχθην
παθ. αόρ. от εισφέρω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
εισηνέχθην
? —
#
(ново)греческий словарь
—
σκληρομετρία
—
εξογκώνομαι
—
φιδιασμένος
—
απαρακολούθητος
—
παράς
—
αμυγδαλάτο
—
αρύθμιστος
—
μπαστάρδικος
—
βεζιγάντι
—
κουβαρνταλίκι
—
φυσιοκρατία
—
τετράποδος
—
επαναληπτικός
—
ευλογία
—
πρώτη
—
πανηγυρίζω
—
πάραυτα
—
τετραψήφιος
—
κορακίσιος
—
ερασιτεχνισμός
—
ειδυλλιακός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω