🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φόλιζα
φόλιζα
η
лысуха
(птица)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
лысуха
? —
φόλιζα
как с
(ново)греческого
переводится слово
φόλιζα
? — лысуха
#
(ново)греческий словарь
—
εξάμβλυνση
—
οινογραφία
—
μονοκοπανιά
—
χρειαζούμενα
—
περικαλλής
—
όλως
—
μισθοδοτικός
—
χρησιμοποιήσιμος
—
διπλοπαρακαλώ
—
αιματολόγος
—
απερίσκεπτος
—
βλαβερός
—
όνομα
—
διάμεσος
—
βολετός
—
ανταπαιτητής
—
κειά
—
διεκπρίω
—
πιστρώνω
—
ρετσίνι
—
ωτορινολαρυγγολόγος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω