🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
έμπλεος
έμπλε|ος
перен.
полный
;
~ σοφίας (ενθουσιασμού) — [phrase]он полон мудрости [/phrase] (энтузиазма)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
полный
? —
έμπλεος
как с
(ново)греческого
переводится слово
έμπλεος
? — полный
#
(ново)греческий словарь
—
ξανθογένης
—
διεξοδικότητα
—
μαργέλλι
—
ακρησάριστος
—
στοφυλοκοκκίαση
—
καλάρισμα
—
ίδιος
—
σχεδόν
—
ατύλικτος
—
χιονοδρομικός
—
πρόσκρουση
—
ασάλιωτος
—
είσπραξη
—
βραχυκατάληκτος
—
χρεωκόπος
—
πουστράκι
—
πυροφάνι
—
χειραμάξιον
—
αβρά
—
ἐξεχασμένος
—
αρχύτερος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω