🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δακτυλιώτης
δακτυλιώτης
ο
безымянный палец
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
безымянный палец
? —
δακτυλιώτης
как с
(ново)греческого
переводится слово
δακτυλιώτης
? — безымянный палец
#
(ново)греческий словарь
—
λιάστρα
—
εντολοδότις
—
διάσωση
—
μεταλλαγωγός
—
απάγγιος
—
μεροκαματιάρης
—
εργολαβώ
—
παρήλιος
—
εξαγνισμός
—
γουρούνα
—
μηκώνιο
—
προγκίζω
—
αλλοθιγενής
—
απαξάπας
—
γλυκοτραγουδάω
—
ναυτικός
—
ξεκουτιάζομαι
—
σφετερίστρια
—
αφεταιρισμός
—
αποθήκη
—
μονωτής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω