🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καταπήξ
καταπήξ
(-ήγος) ο
свая
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
свая
? —
καταπήξ
как с
(ново)греческого
переводится слово
καταπήξ
? — свая
#
(ново)греческий словарь
—
νυχάκι
—
πρωτύτερα
—
γεωργήσιμος
—
μητροκτονία
—
κοτοπούλι
—
ανευλάβειο
—
ανεμόχολο
—
λευκοφρουρός
—
μάϊδε
—
συντονιστής
—
συμβάλλομαι
—
ραδιοαστρονομία
—
γιγαντόσωμος
—
εσμός
—
φτωχόπαιδο
—
σκάρωμα
—
κτίσιμο
—
γενετή
—
ιδεογραφίο
—
σκηνικός
—
σιδηροβιομήχανος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω