🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διαιρετό
διαιρετό
το
делимость
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
делимость
? —
διαιρετό
как с
(ново)греческого
переводится слово
διαιρετό
? — делимость
#
(ново)греческий словарь
—
σφυρόν
—
ελατότητα
—
κουκέττα
—
εικοσάρικο
—
κοσμοσύχναστος
—
ανασκελάς
—
κινίνη
—
αδελφοκτόνος
—
ασύρματα
—
ωτασπίδα
—
δώνω
—
τυροκομείο
—
γλυφαίνω
—
οργανιστής
—
καρχαρίας
—
σπαταλώ
—
ανεμιστήρι
—
γαλακτοπαραγωγός
—
σταχομαζώχτρα
—
πετάω
—
χιονοστρόβιλος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω