🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μακροκατάληκτος
μακροκατάληκτ|ος
грам.
оканчивающийся на долгий гласный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
оканчивающийся на долгий гласный
? —
μακροκατάληκτος
как с
(ново)греческого
переводится слово
μακροκατάληκτος
? — оканчивающийся на долгий гласный
#
(ново)греческий словарь
—
γιανιάζω
—
μούσκεμα
—
διεκτραγώδηση
—
κάθουμαι
—
εξωνάρθηκας
—
ενδυναμώνω
—
άτρωτος
—
γάλλος
—
βαίνω
—
κοινωνιολογία
—
πεντακισχίλιοι
—
οπτιμίστρια
—
υποσυνείδητος
—
εξηνταβελόνης
—
άρρατ' αθέματα
—
κερδοφόρως
—
οινικός
—
λιθοστρώνω
—
αφειδής
—
βαμβακοφόρος
—
μηνίω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω