🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφαλιάζω
ломать себе голову
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ломать себе голову
? —
σπαζοκεφαλιάζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
σπαζοκεφαλιάζω
? — ломать себе голову
#
(ново)греческий словарь
—
αντενεργών
—
τοξικολογία
—
σκότος
—
αλεξαντρινός
—
μεζεδάκι
—
ιπποφορβείο
—
ακοντισμός
—
αναχρονιστικώς
—
διακονιάρισσα
—
γλακηχτό
—
ιερολοχίτης
—
εμπρόθεσμα
—
ψυλλοβότανο
—
βληματαποθήκη
—
διαυγής
—
βραδυσφύγμία
—
ονειρεμένος
—
αμφίδετος
—
κοτρώνι
—
αμέριμνος
—
σκάπτω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω