🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ενεργητικό
ενεργητικό
το бухг. тж. перен.
актив
;
~ τής επιχείρησης — актив предприятия
;
έχω πολλά στό ~ μου — иметь много достоинств в своём активе
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
актив
? —
ενεργητικό
как с
(ново)греческого
переводится слово
ενεργητικό
? — актив
#
(ново)греческий словарь
—
αρνιούμαι
—
αντιπροσωπεία
—
γαυριώ
—
αψινθώνω
—
ανόργανη
—
ελαιοδεκάτη
—
επιχορήγηση
—
μονοήμερος
—
βουστίνα
—
μετάγγιση
—
ανεγκαινίαστος
—
θεραπεύσιμος
—
σαπουνόπερα
—
πολιορκώ
—
ωοφάγος
—
ενημερότητα
—
αμεσουράνητος
—
κρυφομιλώ
—
βροντολαλώ
—
συριά
—
βαρυαλγω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω