🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διασωστικός
διασωστικός
спасательный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
спасательный
? —
διασωστικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
διασωστικός
? — спасательный
#
(ново)греческий словарь
—
εισοδεύω
—
αντρέ
—
συντηρητικότητα
—
κατατακτήριος
—
δυσφήμιση
—
μενεξές
—
βυτίνη
—
κεραμωτός
—
επτασθενής
—
νεφοσκόπιο
—
φρόνιμα
—
βρεγμένος
—
χαντούμης
—
ταγιέρ
—
προνευστάζω
—
προσπέλαση
—
αμπελοκαλλιεργητής
—
επισημοποιώ
—
αρκουδόβατος
—
αναγκάζομαι
—
μοντέλο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω