🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λιπαντικό
λιπαντικό
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
λιπαντικό
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αλλόφωτος
—
νεανίσκος
—
πηγεμός
—
χοντροκάμωτος
—
αβαρής
—
ράξ
—
σεβασμός
—
χασισοπότης
—
επέκταμα
—
σαμπουάν
—
αριστεροποιημένος
—
συλλυπητήριο
—
άσκυφτος
—
καπότα
—
υποδαπέδιος
—
λεβεντόπαιδο
—
κολλοδιοχάρτης
—
ενθουσιώδης
—
δούλα
—
ηλεκτροδότηση
—
βαλτότοπος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω