🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βατράχένιος
βατράχένι|ος
лягушачий, лягушечий
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
лягушачий
? —
βατράχένιος
как на
(ново)греческом
будет слово
лягушечий
? —
βατράχένιος
как с
(ново)греческого
переводится слово
βατράχένιος
? — лягушачий, лягушечий
#
(ново)греческий словарь
—
παραμέρισμα
—
κωμειδύλλιο
—
λάρα
—
ποδοπάτημα
—
πλειοδοτών
—
χλώρωση
—
εντοπίζω
—
φυσιογνωσία
—
συλλήβδην
—
κοινοτικός
—
θεία
—
μεταρρυθμίστρια
—
αγαπημένα
—
καλοπέραση
—
μετακαλώ
—
οκταπλασιάζω
—
κάρφωμα
—
υδροθεραπεία
—
χειρόμυλος
—
βοθύβιος
—
γνωσιμαχώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω