🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κατανίκηση
κατανίκηση
(-εως) η
полная победа
(над кем-л.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
полная победа
? —
κατανίκηση
как с
(ново)греческого
переводится слово
κατανίκηση
? — полная победа
#
(ново)греческий словарь
—
ψαλιδοειδής
—
βαθειά
—
κατής
—
πλακοστρωμένος
—
έτοιμος
—
διαπεραστικός
—
γαλονάτος
—
αγγελόκομμα
—
ξώφαρσα
—
μεροδουλευτής
—
διαμοίραση
—
πλοιαρχώ
—
υφηγήτρια
—
πανέρι
—
ἡσσάομαι
—
αφαντασίωτος
—
πολυπειρία
—
εκτιμητικός
—
παροικία
—
αστένακτος
—
ψες
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω