🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
υψοδείκτης
υψοδείκτης
ο
альтиметр
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
альтиметр
? —
υψοδείκτης
как с
(ново)греческого
переводится слово
υψοδείκτης
? — альтиметр
#
(ново)греческий словарь
—
αρχιμηχανουργός
—
αυτοσυντηρούμαι
—
πτερυγίζω
—
Καναδή
—
γαλατερή
—
δεξιόστροφος
—
εμώ
—
νεανικότητα
—
πρωταπριλιάτικος
—
μαμωνάς
—
λουστρίνι
—
πνευστίαση
—
ραφείο
—
ψειροβότανο
—
αξιοσέβαστος
—
υπερατομικός
—
αντίφαση
—
αεροδρομιακός
—
πρωτάρα
—
βλεφαρίζω
—
επιθεωρησιογράφος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω