🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κονσερβοποίηση
κονσερβοποίηση
η
консервирование
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
консервирование
? —
κονσερβοποίηση
как с
(ново)греческого
переводится слово
κονσερβοποίηση
? — консервирование
#
(ново)греческий словарь
—
αναστατώνομαι
—
νεοσύστατος
—
σοφιστικός
—
παστό
—
μισάντρα
—
ολοκαιρίς
—
πειραματισμός
—
πιλάλα
—
άδετος
—
ανάστροφος
—
ταγός
—
αλογάκια
—
εγγόμφωση
—
τυπολιθογραφία
—
κρεμαστήρας
—
ψυχοφυσικός
—
εφτάρι
—
λογχωτός
—
εντερόνεια
—
αλεπουπορδή
—
βατόμουρο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω