🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βοναπαρτισμός
βοναπαρτισμός
ο
бонапартизм
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
бонапартизм
? —
βοναπαρτισμός
как с
(ново)греческого
переводится слово
βοναπαρτισμός
? — бонапартизм
#
(ново)греческий словарь
—
χλευαστής
—
διπλάρμπουρος
—
υδροκριτικός
—
σεβαστός
—
χοινίκι
—
σοπράνο
—
απολαβή
—
φαρφουρί
—
μηλοπούρναρο
—
αλατοειδής
—
δεκαπλασίαση
—
καλοφαίνομαι
—
δυσμετακόμιστος
—
άκαυτος
—
αναπτερογίζω
—
γυμνωσιά
—
μανίκι
—
χολάτος
—
αέρια
—
καρδιοκτύπι
—
παΐδι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω