🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κοιλιακός
κοιλιακός
брюшной
;
~ τύφος — брюшной тиф
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
брюшной
? —
κοιλιακός
как с
(ново)греческого
переводится слово
κοιλιακός
? — брюшной
#
(ново)греческий словарь
—
κοκάλινος
—
ηλεκτροστατική
—
αγγειοσυστολή
—
διαρπαγή
—
ιδιόγραφο
—
μπακίρα
—
σημείωμα
—
ξινοφέρνω
—
ψαύω
—
ρωποπωλείον
—
κεραμίδωμα
—
Ελβετίδα
—
συρματουργείο
—
χθες
—
φρεσκάρω
—
ριζοφάγος
—
λιθογραφώ
—
μυστικοπάθεια
—
προκαθήμενος
—
αναπάντεχα
—
ξομπλιάστρα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω