🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φαλαινίς
φαλαινίς
(-ίδος) η воен.-мор.
вельбот
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
вельбот
? —
φαλαινίς
как с
(ново)греческого
переводится слово
φαλαινίς
? — вельбот
#
(ново)греческий словарь
—
φανατίζω
—
παιχνιδιάρα
—
σκώρ
—
αυθάδης
—
σπουδαία
—
αποταγή
—
εκλεπτυσμένα
—
επισύναψη
—
κολποσκόπιο
—
βεγγέρα
—
ευαρέσκεια
—
πολύκλαυτος
—
νομαρχείο
—
δευτεραίος
—
γάγγραινα
—
βίκα
—
εκποιώ
—
σμυριδοφύλακας
—
λόγου
—
άπλαινα
—
φερωνυμία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω