🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αφίπταμαι
αφίπταμαι
(αόρ. απέπτην)
улетать
;
===
πάσα ελπίς απέπτη — потеряна всякая надежда
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
улетать
? —
αφίπταμαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
αφίπταμαι
? — улетать
#
(ново)греческий словарь
—
συμπληρώνω
—
προγραμματισμα
—
άτολμος
—
γιαβρί
—
στροφίλι
—
σαλό
—
φιλιότσος
—
τόσος
—
μεσσιανισμός
—
συντελεύω
—
δεκεμβριανός
—
ξυλοφορτώνω
—
αμφικτίονες
—
εμπεποτισμένος
—
πενθηφορώ
—
ψευδομάχη
—
αεροναυτίλος
—
λήψη
—
λιθογλύφος
—
φλέγων
—
άλογος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω