🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ενεπάγην
ενεπάγην
παθ. αόρ. от εμπηγνύω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ενεπάγην
? —
#
(ново)греческий словарь
—
δραχμή
—
μπαρούφα
—
μελαγχολικά
—
πλείστος
—
ασηπτικός
—
πληθωρικός
—
κατάκτηση
—
ενδεκασύλλαβος
—
φημισμένος
—
περιληπτικώς
—
προνομία
—
εθνικοσοσιαλιστικός
—
περιέδραμον
—
μπασταρδεύω
—
απολειαίνω
—
ταινιωτός
—
φύσκα
—
οπή
—
κιτρινωπός
—
χαβούζα
—
λερωμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω