🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διπληγία
διπληγία
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
διπληγία
? —
#
(ново)греческий словарь
—
γλακηχτό
—
μεταλλεύω
—
ερυθρομέλας
—
νομιναλιστικός
—
στουμπώνομαι
—
ξεκολνώ
—
κοττήσιος
—
Δευτέρα
—
ουρανοθέμελος
—
δεκαεξάκις
—
Αιγύπτια
—
ατιμωτικά
—
νοτίζω
—
μεταμοντερνιστής
—
δασύπτιλος
—
χάβαρο
—
νταραβερτζής
—
αναξιοπρέπεια
—
αιωνιότητα
—
προδοτικά
—
αρβυλοποιείο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω